Σε κρίσιμη καμπή εισέρχεται η πολυετής εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur, καθώς οι δύο πλευρές ετοιμάζονται, να προχωρήσουν στην επίσημη υπογραφή της, στις 17 Ιανουαρίου.
Πρόκειται για μια συμφωνία που συζητείται εδώ και σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα και η οποία φιλοδοξεί, να δημιουργήσει μία από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερου εμπορίου παγκοσμίως, καλύπτοντας συνολικά περίπου 780 εκατομμύρια πολίτες. Το Mercosur περιλαμβάνει τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη, ενώ η συμφωνία αφορά το σύνολο των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η διαδικασία των διαπραγματεύσεων υπήρξε μακρά και ιδιαίτερα σύνθετη. Οι πρώτες συνομιλίες ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όμως επανειλημμένα “πάγωσαν”, λόγω πολιτικών αλλαγών στη Λατινική Αμερική, ενστάσεων για περιβαλλοντικά ζητήματα (ιδίως σε ό,τι αφορά στην αποψίλωση του Αμαζονίου) και έντονων αντιδράσεων από ευρωπαϊκές, αγροτικές ενώσεις. Η κατ’ αρχήν πολιτική συμφωνία είχε επιτευχθεί ήδη από το 2019, ωστόσο, χρειάστηκαν χρόνια τεχνικών διαβουλεύσεων και πρόσθετες δεσμεύσεις για το περιβάλλον και την κλιματική πολιτική ώστε, να φτάσει στο σημερινό στάδιο.
Η επίσημη υπογραφή της συμφωνίας αναμένεται να πραγματοποιηθεί στις 17 Ιανουαρίου στην Παραγουάη, στο πλαίσιο συνόδου κορυφής ΕΕ–Mercosur. Εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα υπογράψει η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ενώ θα παρίστανται και ηγέτες των χωρών της Λατινικής Αμερικής.
Η υπογραφή της συμφωνίας δε συνεπάγεται την άμεση έναρξη ισχύος της, καθώς ακολουθεί μια πολυεπίπεδη διαδικασία επικύρωσης. Το κείμενο θα πρέπει πρώτα να λάβει τη συναίνεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ στη συνέχεια, εάν χαρακτηριστεί ως μικτή συμφωνία, θα απαιτηθεί και η επικύρωσή του από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που καθιστά αβέβαιο, το χρονοδιάγραμμα πλήρους εφαρμογής του.
Σε επίπεδο περιεχομένου, η συμφωνία προβλέπει την προοδευτική κατάργηση των δασμών στο μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ, των δύο πλευρών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένει σημαντικά οφέλη για τη βιομηχανία της, ιδιαίτερα στους τομείς των αυτοκινήτων, των μηχανημάτων, των φαρμάκων και των χημικών προϊόντων, καθώς και για τις υπηρεσίες και τις δημόσιες συμβάσεις. Από την πλευρά του Mercosur, ανοίγει ο δρόμος για αυξημένες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, όπως βοδινό κρέας, πουλερικά, ζάχαρη και σόγια. Παράλληλα, το κείμενο περιλαμβάνει ρήτρες για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων, εργασιακά δικαιώματα και δεσμεύσεις για την εφαρμογή της Συμφωνίας του Παρισιού, για το κλίμα.
Παρά τα οικονομικά οφέλη που προβάλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συμφωνία έχει προκαλέσει έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις. Χώρες όπως η Γαλλία, η Αυστρία, η Πολωνία και η Ιρλανδία έχουν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις, κυρίως λόγω των επιπτώσεων στον αγροτικό τομέα. Ευρωπαίοι αγρότες υποστηρίζουν ότι, η εισαγωγή φθηνότερων προϊόντων από τη Νότια Αμερική, τα οποία παράγονται με διαφορετικά περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα, δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και απειλεί τη βιωσιμότητα των τοπικών παραγωγών.
Ιδιαίτερα έντονες είναι οι αντιδράσεις στη Γαλλία, όπου αγροτικές κινητοποιήσεις και πολιτικές παρεμβάσεις έχουν θέσει τη συμφωνία στο επίκεντρο, της εσωτερικής αντιπαράθεσης. Ο Γάλλος πρόεδρος έχει επανειλημμένα τονίσει ότι, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μια εμπορική συμφωνία που, όπως υποστηρίζει, υπονομεύει τους ευρωπαίους αγρότες και δεν εγγυάται ισότιμη τήρηση των περιβαλλοντικών κανόνων. Αντίστοιχες ανησυχίες έχουν διατυπωθεί και από περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες εκφράζουν φόβους ότι η αυξημένη ζήτηση αγροτικών προϊόντων θα ενισχύσει την αποψίλωση δασικών εκτάσεων, στη Λατινική Αμερική.
Στον αντίποδα, χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία και οι σκανδιναβικές χώρες στηρίζουν τη συμφωνία, θεωρώντας τη στρατηγικό εργαλείο για την ενίσχυση της γεωπολιτικής παρουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Λατινική Αμερική και για τη διαφοροποίηση των εμπορικών της σχέσεων σε μια περίοδο αυξανόμενων, παγκόσμιων εντάσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, έχουν ενσωματωθεί μηχανισμοί προστασίας και ρήτρες αναστολής, ώστε να μπορούν να ληφθούν μέτρα, εάν διαπιστωθούν σοβαρές διαταραχές στις αγορές ή παραβιάσεις των συμφωνηθέντων όρων.
Η πορεία προς την πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur παραμένει όπως ήδη αναφέρθηκε, αβέβαιη. Η τελική έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια αναμένεται να συνοδευτεί από έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, καθιστώντας σαφές ότι, ακόμη και μετά την υπογραφή της στις 17 Ιανουαρίου, η συμφωνία θα συνεχίσει να διχάζει την Ευρώπη και να αποτελεί αντικείμενο σκληρής, δημόσιας συζήτησης.


Ηλεκτρονική Εφημερίδα
