Συνταγματική Αναθεώρηση: Σε αναβρασμό το πολιτικό σκηνικό στη χώρα

Η συνταγματική αναθεώρηση μπαίνει εκ νέου στην πολιτική ατζέντα, μετά το δημόσιο διάγγελμα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος άνοιξε επίσημα τη συζήτηση για αλλαγές στο Σύνταγμα, κάνοντας λόγο για ανάγκη εκσυγχρονισμού, του θεσμικού πλαισίου.

Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι, το Σύνταγμα πρέπει να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και υπογράμμισε ότι, η διαδικασία θα πρέπει να βασιστεί σε διάλογο και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις, καθώς πρόκειται για κορυφαία, θεσμική πρωτοβουλία.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η κυβέρνηση προτίθεται, να θέσει στο τραπέζι συγκεκριμένα άρθρα που, κατά την εκτίμησή της, παρουσιάζουν θεσμικές, στρεβλώσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, για το οποίο επισημάνθηκε ότι, απαιτείται αλλαγή ώστε, να ενισχυθεί η λογοδοσία και να αρθούν παθογένειες που έχουν απασχολήσει έντονα, την κοινή γνώμη.

Παράλληλα, επανήλθε στο προσκήνιο το άρθρο 16 για την ανώτατη εκπαίδευση, με την κυβέρνηση να επιμένει στη θέση ότι, πρέπει να υπάρξει συνταγματική πρόβλεψη για τη λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων. Αναφορές έγιναν επίσης στη δημόσια διοίκηση, στη σύνδεση της αξιολόγησης με τη μονιμότητα και στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, ζητήματα που αναμένεται να εξειδικευτούν, το επόμενο διάστημα.

Τη θέση της κυβέρνησης συμπλήρωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος τόνισε ότι, η συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να εξελιχθεί σε μια τυπική ή προσχηματική διαδικασία. Όπως δήλωσε, στόχος της κυβέρνησης είναι ένας ουσιαστικός διάλογος με όλα τα κόμματα και την κοινωνία, υπογραμμίζοντας ότι, οι αλλαγές στο Σύνταγμα απαιτούν αυξημένες πλειοψηφίες και δεν μπορούν να προχωρήσουν, χωρίς ευρύτερη, πολιτική συναίνεση.

Άμεσες ήταν οι αντιδράσεις, από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι ανοίγει τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση με πολιτικούς και επικοινωνιακούς όρους, αμφισβητώντας τις προθέσεις της.

Το ΠΑΣΟΚ δήλωσε ότι, δεν απορρίπτει τον διάλογο, επισημαίνοντας ωστόσο ότι, η αναθεώρηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε μονομερείς κυβερνητικές επιλογές.

Από την πλευρά του, το ΚΚΕ εξέφρασε την αντίθεσή του, υποστηρίζοντας ότι, οι προωθούμενες αλλαγές κινούνται σε κατεύθυνση που θίγει κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα.

Η διαδικασία

Η προηγούμενη αναθεώρηση ολοκληρώθηκε στις 24/12/2019 (ΦΕΚ Α211) και από την περάτωσή της έχει παρέλθει η πενταετία που προβλέπει το σχετικό άρθρο 110 του Συντάγματος. Η πρόταση για την αναθεώρηση του Συντάγματος θα υποβληθεί γραπτώς από 50 τουλάχιστον βουλευτές και σε αυτήν θα προσδιορίζονται οι αναθεωρητέες διατάξεις.

-Αμέσως μετά ο Πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης θα συγκροτήσει την διακομματική Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, που θα αναλάβει να εξετάσει την πρόταση (ή τις προτάσεις).

-Η Επιτροπή μέσα στην ταχθείσα προθεσμία θα υποβάλει την έκθεσή της στην Ολομέλεια της Βουλής.

-Θα ακολουθήσει συζήτηση για την λήψη της απόφασης που θα διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος και θα καθορίζει ειδικά τις αναθεωρητέες διατάξεις. H απόφαση αυτή της Βουλής λαμβάνεται με δυο ονομαστικές ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους, έναν τουλάχιστον μήνα.

-Αφού η προτείνουσα Βουλή ανάψει το «πράσινο φως» ο Πρόεδρος της επόμενης Βουλής που θα προκύψει από τις εκλογές, θα συστήσει Επιτροπή Αναθεώρησης για την επεξεργασία του περιεχομένου, των αναθεωρητέων διατάξεων.

-Η έκθεση της Επιτροπής της αναθεωρητικής Βουλής προς την Ολομέλεια θα αναδεικνύει, τις αναθεωρητέες διατάξεις. Υπενθυμίζεται ότι, μεταξύ των δύο Βουλών (προτείνουσας και αναθεωρητικής) μεσολαβούν εκλογές, οι οποίες αποκτούν μια επιπλέον σημασία, καθώς συνειδητά ή μη αποτυπώνουν τη βούληση, για το περιεχόμενο της αναθεώρησης.

-Στόχος του συνταγματικού νομοθέτη ήταν μέσω της «παρεμβολής» εκλογών να διασφαλίσει, τις εγγυήσεις και την νομιμοποιητική βάση ως προς τις διευρυμένες αρμοδιότητες, της αναθεωρητικής Βουλής.

Κρίσιμο στοιχείο των δυο φάσεων της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης είναι οι πλειοψηφίες που θα σχηματιστούν: αν η προτείνουσα Βουλή παραπέμψει στην επόμενη Βουλή τις προς αναθεώρηση διατάξεις με αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών, τότε αρκεί από την αναθεωρητική Βουλή πλειοψηφία 151 ψήφων.

Εάν όμως η προτείνουσα Βουλή δεν κατορθώσει να συγκεντρώσει αυξημένη πλειοψηφία για τις προς αναθεώρηση προτάσεις της, τότε στην καθοριστική δεύτερη φάση απαιτούνται 180 ψήφοι. H απόφαση της Βουλής που περιέχει τις αναθεωρoύμενες διατάξεις λαμβάνεται, με μία και μόνη oνoμαστική, ψηφoφoρία.

Σημειώνεται ότι, οι διατάξεις που δεν λάβουν την ελάχιστη πλειοψηφία των 151 ψήφων, τότε δεν περνούν στην επόμενη φάση, όπως έγινε με την πρόταση της ΝΔ για το άρθρο 16 η οποία στην ψηφοφορία της 14/2/2019 στην τότε προτείνουσα Βουλή με πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έλαβε 93 «ναι» και 168 «όχι» και έτσι δεν προωθήθηκε καν στην αναθεωρητική Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές του Ιουλίου, 2019.

Η επανεκκίνηση της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση αναμένεται, να αποτελέσει ένα από τα βασικά πολιτικά ζητήματα της επόμενης περιόδου, με τη Βουλή να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας μακράς θεσμικής διαδικασίας και τα κόμματα να προετοιμάζονται για μια έντονη πολιτική αντιπαράθεση, γύρω από το εύρος και το περιεχόμενο των αλλαγών.

Leave a Comment


The reCAPTCHA verification period has expired. Please reload the page.