Ιστορική ανατροπή μετά από 16 χρόνια κυριαρχίας του Βίκτορ Όρμπαν έφεραν οι χθεσινές βουλευτικές εκλογές στην Ουγγαρία, αναδεικνύοντας ως μεγάλο νικητή τον Πέτερ Μαγιάρ. Η εκλογική διαδικασία διεξήχθη σε ένα ιδιαίτερα πολωμένο πολιτικό περιβάλλον, με αυξημένο διεθνές ενδιαφέρον και συμμετοχή που άγγιξε επίπεδα ρεκόρ, για τη μετακομμουνιστική περίοδο της χώρας.
Η αναμέτρηση αφορούσε στην πλήρη ανανέωση των 199 εδρών της ουγγρικής Εθνοσυνέλευσης, στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού συστήματος της χώρας, όπου οι εκλογές διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια με μικτό σύστημα (μονοεδρικές περιφέρειες και λίστα επικρατείας). Η συμμετοχή ξεπέρασε το 79%, στοιχείο που αποτυπώνει τη μεγάλη κινητοποίηση των πολιτών και τη σημασία της συγκεκριμένης εκλογικής μάχης .
Όπως αναφέρθηκε, νικητής αναδείχθηκε ο Πέτερ Μαγιάρ και το κόμμα του, Tisza, το οποίο κατέγραψε σαρωτική επικράτηση συγκεντρώνοντας περίπου το 52% των ψήφων και καταλαμβάνοντας 136 έως 138 έδρες στο κοινοβούλιο. Το αποτέλεσμα αυτό του εξασφαλίζει πλειοψηφία δύο τρίτων, δίνοντάς του τη δυνατότητα να προχωρήσει ακόμη και σε συνταγματικές αλλαγές . Αντίθετα, το κυβερνών κόμμα Fidesz του Βίκτορ Όρμπαν περιορίστηκε σε περίπου 55-56 έδρες και ποσοστό κοντά στο 39%, καταγράφοντας βαριά ήττα και χάνοντας πάνω από τα μισά του κοινοβουλευτικά ερείσματα .
Η ήττα αυτή σηματοδότησε το τέλος μιας πολιτικής εποχής, καθώς ο Όρμπαν βρισκόταν στην εξουσία από το 2010 και είχε διαμορφώσει ένα μοντέλο διακυβέρνησης που ο ίδιος χαρακτήριζε «ανελεύθερη δημοκρατία». Το εκλογικό αποτέλεσμα θεωρήθηκε από πολλούς αναλυτές ως σαφή απόρριψη αυτής της πολιτικής κατεύθυνσης και στροφή, προς μια πιο φιλοευρωπαϊκή πορεία .
Στις πρώτες του δηλώσεις μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ο Πέτερ Μαγιάρ έκανε λόγο για «ιστορική εντολή» και δεσμεύτηκε για αποκατάσταση του κράτους δικαίου, ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και καταπολέμηση της διαφθοράς, με βασικό στόχο την επαναπροσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την απελευθέρωση ευρωπαϊκών κονδυλίων, που είχαν παγώσει, τα προηγούμενα χρόνια . Παράλληλα, τόνισε ότι, η χώρα «αλλάζει πορεία», επιχειρώντας να ενώσει ένα ευρύ πολιτικό φάσμα ψηφοφόρων.
Από την πλευρά του, ο Βίκτορ Όρμπαν παραδέχθηκε την ήττα του, χαρακτηρίζοντάς την «επώδυνη αλλά σαφή», και συνεχάρη τον αντίπαλό του, δηλώνοντας ότι, θα συνεχίσει να υπηρετεί τη χώρα, από την αντιπολίτευση . Η στάση αυτή θεωρήθηκε σημαντική, δεδομένων των ανησυχιών που είχαν εκφραστεί για την ομαλή, μετάβαση της εξουσίας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αντίδραση υπήρξε έντονα θετική. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «νίκη των θεμελιωδών ελευθεριών» και ένδειξη επιστροφής της Ουγγαρίας στον ευρωπαϊκό πυρήνα . Παρόμοια στάση κράτησαν και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες, όπως ο Εμανουέλ Μακρόν, που χαιρέτισαν τη δημοκρατική αλλαγή και τη νέα προοπτική για τη χώρα .
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι αντιδράσεις ήταν πιο διχασμένες. Δημοκρατικοί πολιτικοί χαιρέτισαν την ήττα του Όρμπαν ως πλήγμα για τον λαϊκισμό και προειδοποίηση προς τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε εκφράσει ανοιχτά τη στήριξή του στον Ούγγρο πρωθυπουργό, πριν από τις εκλογές. Κάτι ανάλογο συνέβη και στη Ρωσία, μιας και ο Βλαντιμίρ Πούτιν ήταν ανοιχτός υποστηρικτής του Όρμπαν.
Ποιος είναι ο Πέτερ Μαγιάρ
Ο 45χρονος Πέτερ Μαγιάρ δεν μπήκε στην ουγγρική πολιτική απ’ έξω, αλλά από μέσα, προερχόμενος από το ίδιο το περιβάλλον του Fidesz. Υπήρξε για χρόνια εσωτερικός γνώστης του συστήματος του Όρμπαν, δουλεύοντας σε κρατικούς θεσμούς και στον πολιτικό μηχανισμό που έχει διαμορφώσει, η σημερινή κυβέρνηση.
Η καθοριστική του στροφή ήρθε το 2024, μετά από ένα πολιτικό σκάνδαλο που οδήγησε στην αποχώρηση της τότε προέδρου της χώρας, Καταλίν Νόβακ και επηρέασε και την πρώην σύζυγό του, την πρώην υπουργό Δικαιοσύνης, Γιούντιτ Βάργκα.
Μετά από αυτό, ο Μαγιάρ απομακρύνθηκε δημόσια από το στρατόπεδο του Fidesz και κατήγγειλε συστημική διαφθορά στην κυβέρνηση, αποκτώντας μεγάλη δημοσιότητα και εξελισσόμενος σε εθνικό πολιτικό φαινόμενο.
Το 2020 ίδρυσε το Tisza και το 2024 εξελέγη Ευρωβουλευτής με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.
Ο Πέτερ Μαγιάρ εμφανίστηκε ξαφνικά στο προσκήνιο και ήταν σχετικά άγνωστος, ως το 2023. Τότε, εξαπέλυσε δριμεία κριτική όπως ήδη αναφέρθηκε στην κυβέρνηση Όρμπαν για διαφθορά, ηχογραφώντας μυστικά την τότε σύζυγό του και υπουργό Δικαιοσύνης Τζούντιτ Βάργκα.
Η ηχογράφηση του 2023 — που έγινε εν αγνοία της Βάργκα — την κατέγραψε να περιγράφει φερόμενη κυβερνητική παρέμβαση, σε μια υπόθεση διαφθοράς. Συνέβαλε στην πυροδότηση ενός εκρηκτικού σκανδάλου που ώθησε τον Μαγιάρ από δημόσιο λειτουργό σε πολιτικά υπολογίσιμη δύναμη, προετοιμάζοντάς τον να αντιμετωπίσει τον Όρμπαν.
Η πρώην σύζυγός του τον κατηγόρησε για ενδοοικογενειακή βία και εκβιασμό. Υποστήριξε παράλληλα, ως μάρτυρας στην υπόθεση, ότι δεν γνώριζε πως, την ηχογραφούσε.
Πάντως, ενώ το Tisza θεωρείται σαφώς πιο φιλοευρωπαϊκό κόμμα από το Fidesz του Όρμπαν, ο Μαγιάρ έχει φροντίσει να αποφύγει πολιτικές τοποθετήσεις στις Βρυξέλλες, οι οποίες μπορεί να είναι αντιδημοφιλείς στην πατρίδα του.
Οι πρώτες αντιδράσεις στην Ουγγαρία ήταν κατά κύριο λόγο θετικές για την ιστορική πολιτική αλλαγή, με τα πρώτα σύννεφα να έχουν εμφανιστεί ήδη στον ευρωπαϊκό ουρανό, μιας και ο Μαγιάρ κρατά ακόμη κλειστά τα χαρτιά του για την Ουκρανία, παρά τις ένθερμες ευχές του Ουκρανού προέδρου.
Θα κρατήσουν άραγε οι χοροί ή θα αναπολήσουν τα 16 χρόνια Όρμπαν …


Ηλεκτρονική Εφημερίδα
