Μάριος Κάτσης: Μεγάλη ευκαιρία οι επόμενες εκλογές, για την ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου

Κ. Κάτση, στις αρχές Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. κ. Αλέξης Τσίπρας, μοιράστηκε το οικονομικό πρόγραμμα της παράταξης στη Θεσσαλονίκη. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται κατώτατος μισθός στα 1000 ευρώ το 2027, μείωση ΦΠΑ σε βασικά αγαθά 6%, μείωση 30% στο ρεύμα και πολλά ακόμη. Πέρα από τη σημαντική ταύτιση με το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ, είναι τελικά εφαρμόσιμο; Η κυβέρνηση σας κατηγόρησε πως όχι. 

Η κυβέρνηση, εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια, αρνείται να αξιοποιήσει μια σειρά από εργαλεία που έχουν ήδη υιοθετήσει άλλες ευρωπαϊκές χώρες και τα οποία η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση προκρίνει, προκειμένου τα κράτη-μέλη να αντιμετωπίσουν τις διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις. Το γεγονός ότι, την επομένη της παρουσίας του κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, βρέθηκαν ξαφνικά κάποια εκατομμύρια ευρώ για την αντιμετώπιση των εξίσου «ξαφνικών» αυξήσεων στα καύσιμα και στη θέρμανση, αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Η υπεραπόδοση του προϋπολογισμού, με υπερπλεόνασμα που ξεπερνά τα 5 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνει δύο πράγματα: αφενός, ότι υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για ουσιαστικές ελαφρύνσεις στην καθημερινότητα και στο κόστος ζωής των πολιτών που δυσκολεύονται να βγάλουν τον μήνα και, αφετέρου, ότι η κυβέρνηση επιλέγει να αφήνει στο απυρόβλητο τα καρτέλ που δραστηριοποιούνται σε κρίσιμους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, όπως τα τρόφιμα, τα καύσιμα, η ενέργεια και ο τραπεζικός τομέας.

Αν σε αυτά προσθέσουμε τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα και τις υποθέσεις διασπάθισης δημόσιου χρήματος που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, γίνεται σαφές ότι μια έντιμη διακυβέρνηση, με διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες, μπορεί να βάλει ξανά την κοινωνία στο επίκεντρο και όχι στο περιθώριο, όπως συμβαίνει σήμερα. Δεν γίνεται να έχουμε μισθούς Βουλγαρίας και τιμές Ελβετίας. Η εξίσωση αυτή δεν βγαίνει και είναι πλέον ορατό διά γυμνού οφθαλμού.

Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ και τις προτάσεις του, θεωρώ ότι ένα κυβερνητικό πρόγραμμα πρέπει να αξιολογείται στην ολότητά του, με βάση τη συνολική πολιτική του κατεύθυνση και τις προτεραιότητες που ιεραρχεί, και όχι μέσα από αποσπασματικές συγκρίσεις επιμέρους μέτρων που ενδεχομένως συμπίπτουν.

Άλλωστε, το ζητούμενο για τον προοδευτικό χώρο δεν είναι ο διαγκωνισμός για την πατρότητα των προτάσεων, αλλά η διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής και αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Όσο περισσότερες δυνάμεις συγκλίνουν σε συγκεκριμένες πολιτικές, τόσο το καλύτερο για την επόμενη μέρα της χώρας, όπου οι προγραμματικές συγκλίσεις θα είναι, σε κάθε περίπτωση, αναγκαίες. Εξάλλου, ούτε στη φύση ούτε στην πολιτική υπάρχουν παρθενογενέσεις.

Εκλογικοί οι τελευταίοι μήνες στην Ευρώπη και παρατηρούμε σημαντικές ανατροπές και αλλαγές στο πολιτικό σύστημα. Άνοδο της AfD στη Γερμανία, κάθοδο Όρμπαν στην Ουγγαρία, νίκη του φοιτητικού κινήματος στη Σερβία. Τι είναι αυτό που οδηγεί τους Ευρωπαίους πολίτες στη λεγόμενη “επαναστατική” ψήφο;

Θα έλεγα ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αντιδρούν στα αδιέξοδα που έχουν δημιουργήσει οι κυρίαρχες δεξιές και συντηρητικές πολιτικές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές ανατροπές που παρατηρούμε αναδεικνύουν την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απορροφήσει αυτούς τους κοινωνικούς και πολιτικούς κραδασμούς, καθώς οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις που συνέβαλαν στη δημιουργία των προβλημάτων αδυνατούν σήμερα να δώσουν πειστικές λύσεις.

Θέλω, όμως, να είμαι ξεκάθαρος: δεν είναι επαναστατική ούτε αντισυστημική η ψήφος σε δυνάμεις της ακροδεξιάς, οι οποίες, σε κρίσιμα νομοσχέδια και αποφάσεις εις βάρος του κόσμου της εργασίας, έχουν συμπλεύσει με τις δεξιές κυβερνήσεις. Ούτε, φυσικά, μπορεί να αποτελεί πολιτική διέξοδο η αναβίωση του νεοναζισμού και του φασισμού στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και στη χώρα μας.

Αντίθετα, η δυναμική του φοιτητικού κινήματος στη Σερβία αποδεικνύει τι μπορεί να συμβεί όταν η νέα γενιά ενεργοποιείται πολιτικά, συμμετέχει στις δημοκρατικές διαδικασίες και διεκδικεί ένα καλύτερο μέλλον από αυτό που της προδιαγράφεται σήμερα. Το πώς θα εξελιχθεί αυτή η δυναμική μένει να φανεί, ανάλογα με την πολιτική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει και τις προτεραιότητες που θα θέσει.

Σε κάθε περίπτωση, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο η αμφισβήτηση του σημερινού πολιτικού συστήματος, αλλά και το ποια πολιτική πρόταση μπορεί να εκφράσει δημιουργικά αυτή τη δυσαρέσκεια, δίνοντας πραγματική προοπτική και διέξοδοστα προβλήματα.

Επανάσταση έχουμε και κυριολεκτικά, με μαζικές διαδηλώσεις σε αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις και κυρίως, στη Γαλλία. Η κυβέρνηση κατηγόρησε την αριστερά πως υποκινεί τους νέους να φέρουν τη Γαλλία στην Ελλάδα. Συμφωνείτε με αυτό; Επίσης, καθώς οι επαναστάσεις δίχαζαν πάντα τους λαούς, πού αρχίζει και πού σταματά τελικά το δίκιο κάποιου που ορθώς διαμαρτύρεται, αλλά επιβάλλεται μέσω της βίας και των λεηλασιών;

Οι λαοί της Ευρώπης έχουν όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά, αν θέλετε τη γνώμη μου, και την υποχρέωση να αντιδρούν απέναντι στα αδιέξοδα που βιώνουν καθημερινά. Όταν η προσιτή στέγη γίνεται άπιαστο όνειρο, όταν η υγεία και η παιδεία αντιμετωπίζονται ολοένα περισσότερο ως εμπορεύματα αντί για καθολικά κοινωνικά αγαθά, όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αποκλείονται από βασικά δικαιώματα, η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι απολύτως δικαιολογημένη.

Την ίδια στιγμή, η απουσία ουσιαστικής κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, σε συνδυασμό με το διαρκές έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας, έχει καταστήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση περισσότερο παρατηρητή παρά πρωταγωνιστή των διεθνών εξελίξεων. Μια αδυναμία που προϋπήρχε των δύο πολέμων στην ευρύτερη γειτονιά της και γίνεται ακόμη πιο αισθητή σήμερα, με σοβαρές επιπτώσεις στην ενέργεια, στην επισιτιστική ασφάλεια και συνολικά στο κόστος ζωής.

Συνεπώς, έχει τεράστια σημασία οι πολιτικές δυνάμεις, και ιδιαίτερα οι προοδευτικές δυνάμεις και η Αριστερά, να κατανοήσουν την απόγνωση και την περιθωριοποίηση που βιώνει μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Να απαντήσουν με μια ριζοσπαστική αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, που θα δώσει ξανά όραμα και ελπίδα στους πολίτες, αποδεικνύοντας ότι αυτό που ζούμε δεν αποτελεί μονόδρομο ούτε μια κανονικότητα που είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχτούμε.

Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιχείρησε προκαταβολικά να ενοχοποιήσει τις κινητοποιήσεις των φοιτητών, των νέων ανθρώπων και όσων βγήκαν δυναμικά στους δρόμους, καλλιεργώντας ένα κλίμα φόβου και επιχειρώντας να χρεώσει πολιτικά στην Αριστερά ενδεχόμενα περιστατικά βίας. Στόχος της ήταν να απονομιμοποιήσει και να περιορίσει τις κοινωνικές αντιδράσεις, τις οποίες προφανώς φοβάται πολιτικά. Τίποτα από όσα προκαταβολικά καταλόγισε στους διαδηλωτές δεν επιβεβαιώθηκε. Αντίθετα, οι κινητοποιήσεις αυτές άφησαν μια σημαντική παρακαταθήκη ενόψει του δύσκολου χειμώνα που έρχεται: ότι η κοινωνία δεν πρόκειται να μείνει αδρανής και ότι η δυσαρέσκεια μπορεί να αποκτήσει πολιτική έκφραση, με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές και την απομάκρυνση της Νέας Δημοκρατίας από τη διακυβέρνηση της χώρας.

Σε ό,τι αφορά τη βία, η θέση μου είναι απολύτως σαφής. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα στην ειρηνική συνάθροιση και διαμαρτυρία. Η βία και οι λεηλασίες δεν αποτελούν λύση σε κανένα κοινωνικό ή πολιτικό πρόβλημα. Αντίθετα, συχνά λειτουργούν ως άλλοθι για την καταστολή και την περαιτέρω συντηρητικοποίηση της κοινωνίας.Η πραγματική δύναμη των κοινωνικών αγώνων βρίσκεται στις μαζικές, οργανωμένες, ειρηνικές και αποφασιστικές κινητοποιήσεις, που μετατρέπουν τα κοινωνικά αιτήματα σε πολιτικές διεκδικήσεις και διαμορφώνουν τις κοινωνικές και πολιτικές πλειοψηφίες που μπορούν να φέρουν την αλλαγή.

Τα τελευταία οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης για την ενέργεια είναι ικανοποιητικά ή “χρυσώνουν το χάπι” των πολιτών προεκλογικά;

Όπως προανέφερα, τα τεράστια υπερπλεονάσματα των τελευταίων ετών εξυπηρετούν πολιτικά την κυβέρνηση, η οποία επιλέγει να επιστρέφει ένα μικρό μέρος τους στην κοινωνία μέσα από διάφορα «pass» και προσωρινά επιδόματα. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να καλλιεργήσει την εικόνα ότι κάνει ό,τι μπορεί για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες εξωτερικών παραγόντων, οι οποίοι ασφαλώς είναι υπαρκτοί, αλλά δεν εξηγούν από μόνοι τους την έκταση της ακρίβειας στη χώρα μας.

Αυτό που συστηματικά αποφεύγει είναι να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αιτίες του προβλήματος. Όχι μόνο δεν περιορίζει τη λειτουργία και τη γιγάντωση των καρτέλ, που ροκανίζουν ανεξέλεγκτα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών πριν καν φτάσει η τρίτη εβδομάδα του μήνα, αλλά, μέσω των επιδοτήσεων που χρηματοδοτούν οι ίδιοι οι Έλληνες φορολογούμενοι, καταλήγει να συντηρεί τις υψηλές τιμές και τα περιθώρια αισχροκέρδειας.

Με άλλα λόγια, αντί να παρεμβαίνει ουσιαστικά στην αγορά, επιδοτεί τις συνέπειες της ακρίβειας, αφήνοντας ανέπαφους τους μηχανισμούς που την αναπαράγουν. Πρόκειται για μια πολιτική που δε μπορεί να ανακουφίσει ουσιαστικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις και που δεν προσφέρει καμία μόνιμη και βιώσιμη λύση.

Έχει γίνει πλέον ξεκάθαρο πως η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να εμφανίζεται ως η λύση στα συσσωρευμένα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί επί των ημερών της. Κυβερνά αυτοδύναμη εδώ και επτά ολόκληρα χρόνια και, επομένως, φέρει εξ’ ολοκλήρου την πολιτική ευθύνη για τις επιλογές της και τα αποτελέσματά τους.

Γιατί ΕΛ.Α.Σ. και Αλέξη Τσίπρα, στις επόμενες εκλογές; Μπορεί να φέρει την αλλαγή; Μόνος ή με συμμαχίες; 

Κατά τη γνώμη μου, οι επόμενες εκλογές αποτελούν μια σημαντική ευκαιρία για την ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου, ο οποίος σήμερα εμφανίζεται κατακερματισμένος και αδυνατεί να επιτελέσει αποτελεσματικά και αποφασιστικά τον θεσμικό του ρόλο. Αυτή η ανασύνθεση, μπορεί μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ένα πραγματικά ριζοσπαστικό και ταυτόχρονα ρεαλιστικό εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης, με σαφείς πολιτικές προτεραιότητες και στόχο την ουσιαστική αλλαγή πολιτικής στη χώρα όπως αυτό που παρουσίασε η ΕΛ.Α.Σ στην ΔΕΘ πρόσφατα.

Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται φυσικά η μέγιστη δυνατή συστράτευση ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα. Και αυτό γιατί πρόκειται για έναν πολιτικό που έχει όραμα για τον τόπο, διαθέτει σημαντική κυβερνητική εμπειρία και έχει αποδείξει την εντιμότητά του, κάτι που δύσκολα μπορούν να αμφισβητήσουν ακόμη και οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Η περίοδος της διακυβέρνησής του, παρά τις δυσκολίες, συνδέθηκε με μετρήσιμα αποτελέσματα, όπως η έξοδος της χώρας από τα μνημόνια, η ρύθμιση του δημόσιου χρέους και η δημιουργία ενός σημαντικού ταμειακού αποθέματος ασφαλείας, όταν  όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν αφήναν τίποτα. Παράλληλα, το πολιτικό κενό που άφησε η απουσία του από την ενεργό πολιτική σκηνή ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές, αναδεικνύοντας την αδυναμία άλλων πολιτικών δυνάμεων να το καλύψουν.

Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη λοιπόν, δεν αρκείται σε τίποτα λιγότερο από τη νίκη στις επόμενες εκλογές, είτε χρειαστεί μία είτε δύο εκλογικές αναμετρήσεις για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Σε κάθε περίπτωση, η ψήφος του ελληνικού λαού είναι εκείνη που θα καθορίσει αποφασιστικά τους πολιτικούς συσχετισμούς της επόμενης μέρας και τις αναγκαίες προγραμματικές συγκλίσεις. Οφείλω, βέβαια, να επισημάνω, ότι η πρόσφατη πολιτική ιστορία, ιδιαίτερα η εμπειρία της απλής αναλογικής και ο τρόπος με τον οποίο την αντιμετώπισαν οι ηγεσίες των προοδευτικών κομμάτων τότε, δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας ως προς την προθυμία τους να συνεργαστούν.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι τελικά, η ίδια η κοινωνία θα επιβάλει με την ψήφο της τις συγκλίσεις που οι πολιτικές ηγεσίες σήμερα αρνούνται να αφουγκραστούν. Θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια έντιμη, προοδευτική διακυβέρνηση, στον αντίποδα της σημερινής, που θα θέτει τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας στο επίκεντρο και όχι στο περιθώριο της πολιτικής.

Συνέντευξη με τον κ. Μάριο Κάτση, Ηλεκτρονικό Μηχανικό, πρώην βουλευτή Θεσπρωτίας και μέλος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης

Leave a Comment


The reCAPTCHA verification period has expired. Please reload the page.