Τέτοια ζέστα δεν ξαναθυμάμαι·
σχέδια και προγράμματα παράτησα.
Ήρθε, θαρρείς, ο τελευταίος θερισμός.
Ο ίλιγγος πηδάει μες στο αίμα μου·
όλα ψηλώνουν, όλα τρέμουνε·
ο Παντοκράτορας στο θόλο της εκκλησιάς,
η γιορτή της Παναγιάς μες στη νηστεία μου.
Παράλυτος πριν απ’ το θαύμα·
τα χέρια και τα πόδια μου.
Κι ο κόσμος δίπλα να ομορφαίνει,
να λαμπαδιάζει και να χάνεται σαν όνειρο.
Τόση ομορφιά που ήταν ως τώρα;
Στα είκοσί μου είχα χέρια, είχα πρόσωπο;
Αχ! Ίσως να έχω λησμονήσει.
Φέτος τον τρέμω το Δεκαπενταύγουστο.
Δεκαπενταύγουστος, Γιώργος Ιωάννου


Ηλεκτρονική Εφημερίδα
